Την ιστορία της Κοραλίας τη διηγήθηκα μια φορά
στην πολύ καλή μας ζωγράφο, την Κλεοπάτρα Δίγκα.
"Να κάτσεις και να τη γράψεις", μου είπε.
Την έγραψα, με λίγα χρόνια καθυστέρηση, ΄και της την αφιερώνω
Στις αρχές της δεκαετίας του
ενενήντα, διορίστηκα στη Δαύλεια, ένα
χωριό στον Παρνασσό, 30 χιλιόμετρα από τη Λειβαδιά. Εκεί που ο μύθος λέει πως ο
Οιδίποδας σκότωσε τον πατέρα του. Η φύση πάλι δεν μιλάει για θανάτους. Όμορφο
βουνό ο Παρνασσός, πράσινο, όλο ζωή. Δεν χόρταινα να το περπατάω. Λάτρευα
ειδικά ένα σημείο, λίγο πιο πάνω από το μικρό μοναστήρι της Ιερουσαλήμ
-τέλειωνε σε ‘κεινο το σημείο το βουνό κι άρχιζε ο ουρανός, απέραντος σαν την
ελεύθερη ψυχή του κόσμου, φυσούσε φρέσκος ο αέρας κι έπαιρνε τα ιζήματα του
νου, ταξίδευα σε μέρη φωτεινά κι έρχονταν οι φτερούγες και μ’ έπαιρναν –θάνατος
και ζωή μια αξεδιάλυτη ενότητα, μια ιερή παντοδυναμία ανεξάντλητη. Εκεί είδα για πρώτη φορά στη ζωή μου ζωντανό
αετό και κατάλαβα γιατί τον λένε βασιλιά των πουλιών και κυβερνήτη των
ορέων. Πετούσε ήρεμος, χορτάτος, με μια
περηφάνια στο βλέμμα που έφτανε την περιφρόνηση. Τον ζήλεψα…

Γυμνάσιο με λυκειακές τάξεις, έτσι τα
λέγαμε τότε. Πήρα ανάκατα παιδιά από όλες τις ηλικίες της μέσης εκπαίδευσης,
από την α΄ γυμνασίου μέχρι την γ΄ λυκείου.
Έτυχε μάλιστα στο πρόγραμμα μια μέρα να ‘χω τη μια ώρα τα μικρά της
πρώτης και την αμέσως επόμενη να μπαίνω
για ιστορία στην τρίτη λυκείου. Μου ‘παιρνε ώρα να συνηθίσω τη διαφορά ηλικίας,
να βρω ρυθμό και επίπεδο που να ταιριάζει σε παιδιά έτοιμα να αφήσουν σε κάνα
χρόνο την εφηβεία, να ξαναπιάσω το χαμόγελο του ενήλικα κι όχι αυτό που ανθίζει
ανυπότακτο στα χείλη μπροστά στις σκανταλιές –που τις νομίζουν κατορθώματα- των
δωδεκάχρονων. Ας είναι.
Την πρώτη φορά που την είδα, μου
φάνηκε κοπέλα σε σχέση με τους συμμαθητές της, που είχαν ακόμα πάνω τους έντονα
τα σημάδια του παιδιού και πάλευαν ηρωικά και δύσκολα να γίνουν έφηβοι. Ψηλή,
γεροδεμένη, με μια χοντρή μακριά κοτσίδα να ξεκινά από την κορφή του κεφαλιού
και να πέφτει βαριά πάνω στο δεξί ώμο, ως το ύψος της ρίζας του λαιμού και λίγο
πιο κάτω. Μια όμορφη, χοντρή σκουροκάστανη κοτσίδα, δεμένη στην άκρη της άτεχνα
με ένα άσπρο κορδελάκι. Ένα κούτσικο φιογκάκι από άσπρη, φτηνή κορδελίτσα,
ξεφτισμένη στις άκρες, όλο κλωστούλες.
Στα δυο πρώτα μαθήματα δεν είχε
έρθει. Ήρθε στο τρίτο και μάλιστα αργισμένη. Χτύπαγε το κουδούνι οχτώ το πρωί
(κάπως νωρίτερα από τα άλλα σχολεία που ήξερα, αλλά το λεωφορείο έφερνε τα
παιδιά από το γειτονικό Μαυρονέρι νωρίς και πόσο να περίμεναν κι αυτά όσο ν’
ανοίξει το σχολείο; Βρέθηκε μια μέση λύση: χτυπούσε το κουδούνι στις οχτώ)-
ναι, χτύπαγε το κουδούνι στις οχτώ, μπαίναμε για μάθημα στις οχτώ και δέκα, πρέπει
να ‘χε περάσει πάνω από μισάωρο όταν άνοιξε την πόρτα χωρίς να χτυπήσει και
μπήκε μέσα. «Καλημέρα, κυρία. Συγγνώμη! Καλή χρονιά» είπε κι έκανε το σταυρό
της. Έπειτα πήγε και κάθισε δίπλα σε ένα κοριτσάκι που ήταν μόνο του –στα χέρια της είχε ένα τσαλακωμένο,
παλιό τετράδιο και ένα απλό μπιγκ στυλό, που τα άπλωσε μπροστά της.
Κανονικά θα ‘πρεπε να τη μαλώσω, δεν
ερχόμαστε όποτε θέλουμε στο σχολείο ούτε ανοίγουμε την πόρτα και μπαίνουμε
χωρίς να ρωτήσουμε ούτε… Τα συνηθισμένα πράγματα που λέμε οι δάσκαλοι δηλαδή.
Ειδικά σαν έχουμε την α΄ γυμνασίου και πρέπει να ξεμάθουν χούγια του δημοτικού,
να μεγαλώσουν… Με κοίταξε όμως με ένα τόσο φωτεινό χαμόγελο, τόσο αθώο και τόσο
γεμάτο από μια λάμψη που δεν ήθελε πολύ για να είναι μια άδολη αγάπη, που δεν
το άντεξα. Όχι να τη μαλώσω δεν μπόρεσα αλλά ούτε καν μια νουθεσία της προκοπής
δεν βγήκε από τα χείλη μου, να γίνει παράδειγμα για τα υπόλοιπα παιδιά –ανάμεσά
τους η κόρη του διευθυντή και ένα ανήψι του κοινοτάρχη. Για να σώσω τα
προσχήματα ψιθύρισα σχεδόν κάτι σαν «να μην ξαναργήσεις άλλη φορά και να χτυπάς
την πόρτα».
Δεν έμαθε ποτέ να χτυπάει την πόρτα.
Η Κοραλία. Έτσι την έλεγαν. Πού βρέθηκε το θαλασσινό όνομα πάνω στα βουνά;
Μυστήριο. Δεν έμαθε ποτέ να χτυπάει την πόρτα. Και έτυχε πολλές φορές να
αργήσει μέσα στη χρονιά. Έμπαινε σα σίφουνας στην τάξη, καθόταν στο θρανίο της,
άνοιγε τα βιβλία και τα τετράδιά της και μ’ άκουγε με συγκινητική προσήλωση. Τα μεγάλα καστανά μάτια της με τις πυκνές
βλεφαρίδες που σκίαζαν τα κόκκινα φουσκωτά μάγουλα, άνοιγαν διάπλατα για μερικά λεπτά αλλά έπειτα
από λίγο το βλέμμα της έχανε την αστραφτερή αφοσίωση και περιπλανιόταν στο
χώρο, για να καρφωθεί στο μεγάλο
παράθυρο και τις εικόνες που άφηνε να μπαίνουν μέσα στην τάξη. Δεν έκανε ποτέ
φασαρία, δεν έπαιρνε μέρος στις σκανταλιές των άλλων, αλλά στο κεφαλάκι της δεν
πέρναγε εύκολα καμιά γνώση.
Η οικογένειά της ήταν φτωχή, οι γονείς της
αγράμματοι αγρότες, που, αν δεν τους υποχρέωνε ο νόμος, δεν θα την έστελναν καθόλου στο Γυμνάσιο. Κι άλλα
παιδιά της οικογένειας είχαν εγκαταλείψει το σχολείο νωρίς. Στο χωριό ‘λέγαν κι
άλλα, πως ο πατέρας έπινε και συχνά-πυκνά ακούγονταν μαλώματα και κλάματα από
το σπίτι τους. Αλήθεια, ψέματα ποτέ δεν έμαθα ακριβώς. Κανένας δεν βρέθηκε να
πει σταράτες κουβέντες. Πάντως ζόρια οικονομικά πρέπει να πέρναγαν, φαίνονται
τα παιδιά που είναι καλοζωισμένα.
Η Κοραλία είχε χέρια δυνατά, οι
παλάμες της ήταν ήδη αργασμένες από τις δουλειές της γης. Ήξερε να σπέρνει, να
κλαδεύει, να μαζεύει τον καρπό, σήκωνε κοφίνια με ελιές, τάιζε τις κότες,
βόσκαγε τις κατσίκες και κράταγε χωρίς πρόβλημα ένα σπίτι ολόκληρο σαν έλειπε η
μάνα της για καμιά δουλειά. Κι έλειπε συχνά. Μου το ‘λεγε η ίδια για να
δικαιολογηθεί, όταν την έπιανα άγραφτη κι αδιάβαστη «Μη φωνάξεις, κυρία. Πάλι
έλειπε η μάνα μου, είχα όλο το σπίτι στο κεφάλι μου» - ήταν απ’ τα μεσαία παιδιά αλλά ήταν η μεγαλύτερη
κόρη, αυτή αναλάμβανε σαν δεν μπορούσε η μάνα. Τον ενικό δεν κατάφερε κανείς να
της τον κόψει, ό,τι κι αν της λέγαμε όλοι μας, μα ήταν ένας ενικός τόσο
σεβαστικός, που στο τέλος ξέχναγες τους τύπους κι αφηνόσουν στη γλυκιά ουσία
της αυθεντικότητας.

Δεν είχα ξαναδεί τέτοιο πλάσμα. Οι
κινήσεις της ήταν άγαρμπες, μπρούτες, τα χέρια της μύριζαν νοτισμένο χώμα και
πορτοκάλι, στα ρούχα της –άκομψα ρούχα που τόνιζαν τα φαρδιά υποσχετικά λαγόνια
της, γυναίκας φορεσιές πάνω στο άγουρο κορμί
της παιδούλας, που έδινε την εντύπωση ότι
σε λίγα χρόνια θα έφερνε στον κόσμο μια αρμαθιά γερά παιδιά- στα ρούχα της πάντα έβρισκες μικρούς λεκέδες
–λίγη λάσπη, ας πούμε, πιτσιλιές του ασβέστη από το κοτέτσι που ασβέστωνε μόνη
της μια φορά την εβδομάδα, καμιά λαδιά από το φαγητό που είχαν βάλει να ψήσουν
τα χαράματα, πριν ξεκινήσει η οικογένεια για τις δουλειές της. Η περπατησιά της
είχε δύναμη, νόμιζες πως τα πόδια της θα τρυπήσουν τη γη και στη φωνή της
τρεμόπαιζε το μεγάλωμα που ερχόταν κι αυτή το καλωσόριζε χωρίς τσιριμόνιες και
φόβους, αλλά και χωρίς να βιάζεται. Παιδί ήταν ακόμα, δεν ήξερε άλλο τρόπο να
είναι.
Με πόναγε που δεν έπαιρνε τα
γράμματα. Ήθελα να ανοίξει ο νους της, να δει που υπάρχουν και τόσα άλλα
πράγματα στη ζωή. Μόνο στον Όμηρο τα κατάφερνε. Γιατί την άκουγε σαν παραμύθι
την «Οδύσσεια». Σαν τα παραμύθια που της έλεγε η γιαγιά της, με τις ξωθιές και
τα μαρμαρωμένα κορίτσια, που τα φιλάει ο πρίγκιπας και γίνονται βασίλισσες πάλι
με μιας… Διάβαζα το απόσπασμα που έπρεπε να επεξεργαστούμε κι όση ώρα διάβαζα
με κοίταζε γοητευμένη. Δεν κοίταζε μέσα στο βιβλίο της, σαν τ’ άλλα παιδιά,
εμένα κοίταζε. Άκουγε άπληστα κι όπως το συνήθιζε καμιά φορά να λέει δυνατά
ό,τι ένιωθε –«κυρία, πεινάω, να πάω να πάρω ένα κουλούρι;», «Αύριο έρχεται ο
αδερφός μου ο φαντάρος»… φράσεις που της πέταγε ξαφνικά μέσα στο μάθημα, την
ώρα που έκανα μια ερώτηση ή κάποιος συμμαθητής της διάβαζε την εργασία του,
σημάδι φανερό πως η Κοραλία βαριόταν κι είχε ήδη φύγει από την τάξη- κι όπως το συνήθιζε, λοιπόν, να λέει δυνατά
ό,τι ένιωθε, όπως της ερχόταν, άπλωνε τα μεγάλα χέρια της προς εμένα, όπως
κάνουμε στους αθλητές που θέλουμε να τους δώσουμε κουράγιο να φτάσουν στο τέρμα
και να κόψουν την κορδέλα, και μου
φώναζε σχεδόν, παράκληση και προσταγή μαζί, «μην το κόβεις, κυρία, τώρα στο
καλύτερο… μετά, τι έγινε μετά;». Ενίοτε
συνόδευε την ανάγνωσή μου με επιφωνήματα μιας αξιοζήλευτης συναισθηματικής
συμμετοχής, που έκαναν τους συμμαθητές της να γελούν, εκείνη να κοκκινίζει κι
εμένα –χωρίς να το λέω- να νιώθω πως αυτό το αυθεντικό πλάσμα έβρισκε τέτοια
χαρά στον Όμηρο που όλοι μαζί οι καθηγητάδες από τα μεγαλύτερα πανεπιστήμια του
κόσμου, δεν θα την έβρισκαν ποτέ. Κάπως έτσι θα ένιωθαν και ‘κεινοι, οι
σύγχρονοι του Ομήρου, που θα περιτριγύριζαν τον ραψωδό για να τον ακούσουν να
τους διηγείται για χιλιοστή φορά αλλά πάντα πρώτη, τα κλέη των ηρώων και τους
έρωτες των θεών.
Μια μέρα, αργά το φθινόπωρο, έμπαινε
ο χειμώνας πια, δίδαξα την ενότητα «δημοτικό τραγούδι» και ζήτησα από τους
μικρούς μαθητές μου να μου φέρουν δημοτικά τραγούδια της περιοχής τους. «Όσοι
έχετε κασετόφωνο» είπα «βάλτε τον παππού ή τη γιαγιά να σας τραγουδήσουν ένα
τραγούδι ή φέρτε κασέτες με δημοτικά τραγούδια που ακούτε στις γιορτές, έστω
γράψτε τους στίχους από ένα τραγούδι της περιοχής». Είχα σκοπό μάλιστα να
φτιάξουμε μια μικρή συλλογή και να κάνουμε μια υποτυπώδη έκδοση, για την
βιβλιοθήκη του σχολείου πιο πολύ, μια εμπειρία για τα παιδιά. Την επόμενη
εβδομάδα, την μέρα που είχαμε ορίσει, ήρθαν όλα το καθένα με το τραγούδι του.
Είχα πάρει κι εγώ μαζί μου το παλιό κασετόφωνο και μια κασέτα με δημοτικά από
τη Δόμνα Σαμίου και το Χρόνη Αηδονίδη, φωνές λατρεμένες και οι δυο.
Εκείνη την ημέρα δοκίμασα μια από τις
μεγαλύτερες εκπλήξεις –κακές εκπλήξεις- στη ζωή μου: τα τραγούδια που είχαν
διαλέξει τα παιδιά να απαγγείλουν ή να τα βάλουν να τα ακούσουμε, πόρρω απείχαν
από την λαϊκή δημιουργία, την ντόπια παράδοση. Ούτε ένα νανούρισμα, ούτε ένα
νυφιάτικο, τίποτε. Πανηγυριώτικα της εποχής, τραγουδισμένα από φωνές στριγκιές
και τσιριχτές μαζί, μπερδεμένοι ήχοι νησιώτικων με τα κλαρίνα των βουνών και άθλιοι
στίχοι, ανέμπνευστοι και φτηνοί, μακριά από την ομορφιά και τη λιτότητα που
ξέρουμε από το πραγματικό δημοτικό τραγούδι.
Θύμωσα πολύ. Αυτό που έβλεπα,
περισσότερο ακόμα κι από αυτό που άκουγα, δεν μου άρεσε καθόλου. Τα παιδιά
διασκέδαζαν, χειροκροτούσαν, επαναλάμβαναν τους στίχους και φυσικά θεωρούσαν
ότι αυτό που άκουγαν ήταν δημοτικό τραγούδι. Κι η Κοραλία ανάμεσά τους, που
σειόταν και λυγιόταν καθισμένη στην καρέκλα της και γέλαγαν τα πυκνά τσίνορα
απ’ τα οποία κρέμονταν χιλιάδες «όπα», που ονειρευόταν να πει στη ζωή της.
Έκοψα ένα τραγούδι στη μέση και προσπάθησα να εξηγήσω, όσο πιο ευγενικά
μπορούσα, ότι αυτά δεν είναι γνήσια δημοτικά τραγούδια και πως αυτό που τους
είχα ζητήσει ήταν να τους πουν οι γονείς τους και οι παππούδες τους τραγούδια της
περιοχής. Με κοίταζαν σαν να μην καταλάβαιναν τι τους έλεγα και κάποια ανάμεσά
τους μου ψέλλισαν «αυτά ακούμε εμείς εδώ, και στο χωριό και στη Λειβαδιά, αυτά
ακούμε». Τότε τους ζήτησα να κάνουν ησυχία, διάλεξα ένα όμορφο τραγούδι με τη
Δόμνα Σαμίου, τώρα πια δεν θυμάμαι ποιο ήταν, αλλά ήταν ένας χαρούμενος σκοπός
που σ’ έκανε να θες να σηκωθείς και να χορέψεις κι ας μην ήξερες τα βήματα. Σαν
τέλειωσε το τραγούδι, περήφανη που -έτσι νόμιζα- είχα κάνει τους μαθητές μου
συμμέτοχους σε μια μουσική ευωχία, ρώτησα: «Πέστε μου, παιδιά, τι διαφορά είχε
το τραγούδι που σας έβαλα εγώ από τα όσα ακούσαμε προηγουμένως;».
Δεν ήξερα πόσο δύσκολη ήταν η ερώτηση
που έκανα στα μικρά παιδιά, που δεν είχαν τα παραδοσιακά ακούσματα που είχα
θεωρήσει πως είχαν. Που είχαν μεγαλώσει κι αυτά με την τηλεόραση και που
άκουγαν ό,τι ακριβώς άκουγαν τα παιδιά της πόλης. Τότε πρόσεξα την Κοραλία. Δεν
μιλούσε. Κοιτούσε ίσια μπροστά της και με τα χέρια της έπλεκε και ξέπλεκε την
άκρη της κοτσίδας της. Σα να σκέφτονταν τα χέρια της, δούλευαν τις τουφίτσες
περνώντας τη μια μέσα στην άλλη και πάλι τις ξέλυναν… σαν να σκέφτονταν τα
χέρια της. Έβλεπα που κάτι ήθελε να πει, αλλά δεν ήταν έτοιμη, δεν έβρισκε τα
λόγια ίσως. Μου φάνηκε πως παιδευότανε. Άλλη φορά δεν την είχα δει έτσι. Γύρισε τα μάτια της προς εμένα, έριξε το
βλέμμα της μέσα στα μάτια μου, λες κι ήθελε να μου δείξει τι έβλεπε, ακόμα πιο
πολύ να μου δείξει αυτό που ένιωθε και να βρω εγώ τις λέξεις να το πω για
‘κείνη.
Έμεινε λίγο έτσι να με κοιτάει κι
έπειτα, αφήνοντας μισοτελειωμένη την κοτσίδα, όπως το συνήθιζε, χωρίς να
ζητήσει το λόγο, είπε δυνατά, καλύπτοντας ένα μουρμουρητό που είχε σηκωθεί στην
τάξη, καθώς κουβέντιαζαν τα παιδιά μεταξύ τους την ερώτηση: «δεν ξέρω να σου το
πω, κυρία, αλλά αυτό που έβαλες εσύ, να, εδώ μου, μέσα μου…» και είχε μαζέψει τα χοντρά δυνατά δαχτυλάκια
της όλα μαζί, πέταλα ενός λουλουδιού που θα άνθιζε από ώρα σε ώρα και ακούμπησε
αυτήν ανθοδέσμη από δάχτυλα πάνω στο στέρνο της και την έσπρωχνε με μαλακά
χτυπήματα να μπει μέσα στη καρδιά της και να μου δείξει τι εννοούσε. Αυτό που
δεν μπορούσε να πει με τα λόγια, το έλεγαν τα λαλίστατα δάχτυλα και η κίνηση
πάνω στο στέρνο από ένα χέρι που έψαχνε το δρόμο για την καρδιά. «Εδώ μου, μέσα
μου» κι ήταν αυτό το «μου» δίπλα στο «εδώ», τόσο αταίριαστη σύνταξη, ένα λάθος
στην πραγματικότητα, που, όμως, έκανε τη φράση μοναδική, μια έκλαμψη ποίησης,
η λαϊκή δημιουργία που γύρευα να καταλάβουν τα παιδιά… «Εδώ μου, μέσα μου».
Η Κοραλία, που δεν έπαιρνε τα
γράμματα.
Έχουν περάσει πια πολλά χρόνια. Τη
φέρνω συχνά στο νου μου την Κοραλία. Θα ‘χει πια δικά της παιδιά που θα
πηγαίνουν μάλλον στο ίδιο σχολείο. Και θέλω να πιστεύω πως έγινε ένας
ευτυχισμένος άνθρωπος. Και οι γύρω της επίσης.
Μεγάλη Βδομάδα του 2012
Γλυκό κι ευαίσθητο. Μάτι και ψυχή τρυφερή σαν του κοριτσιού μάζεψε την ανάμνηση.
ΑπάντησηΔιαγραφήΣ'ευχαριστώ Μαρώ για την αφιέρωση.Ενα ευχαριστώ με..ψευδωνυμο...ναι εγώ είμαι.
Κυρία Δίγκα, σας ευχαριστώ πολύ. Η ζωγραφική σας είναι πάντα πηγή συναισθημάτων, ιδεών και έμπνευσης.Μαρώ
ΑπάντησηΔιαγραφήπολύ όμορφο!
ΑπάντησηΔιαγραφή