Μνήμη Μιχάλη Κ.
Δεν ξέρουμε κι όταν μάθουμε
αυτοί που έπρεπε να το μάθουν πρώτοι
δεν είναι πια εδώ.
Πώς φτάνει ως τους νεκρούς η συγγνώμη;

Είδα το Θεό. Τ’ ορκίζομαι πως λέω αλήθεια. Τον είδα. Ένα απόγευμα. Είχε βρέξει πριν. Έβρεχε όλο το μεσημέρι, μπορεί και πιο πολλές ώρες να έβρεχε, δεν θυμάμαι. Και μόλις το ρολόι χτύπησε πέντε, ακριβώς την ώρα που το ρολόι χτύπησε πέντε, αυτό το θυμάμαι γιατί κοίταζα όλη την ώρα το ρολόι, το κοίταζα με αγωνία και φόβο, έπρεπε στις εφτά να πάω στον πατέρα μου, στο νοσοκομείο, και να μείνω εκεί, δίπλα του, δίπλα σ’ αυτό που κάποτε ήταν ο πατέρας μου και τώρα κρατούσε φυλακισμένα τα υπολείμματα του, έπρεπε να πάω εκεί και να μείνω κοντά του, όλη τη νύχτα αν ήταν δυνατόν και να του μιλάω προσπαθώντας να πείσω τον εαυτό μου ότι μ’ ακούει, ότι κάτι εκεί μέσα, μέσα στο σώμα αυτό που ήταν του πατέρα μου, που ήταν ο πατέρας μου, καταλαβαίνει. Κάτι εκεί μέσα είναι ακόμα ο πατέρας μου και μπορεί να συλλάβει μέσα στο δικό του τρόμο, μέσα στον αποπνικτικό τάφο του κορμιού του την αγάπη και το φόβο και να με ελεήσει με ένα βλέμμα, ένα φευγαλέο, τελευταίο βλέμμα, να με ελεήσει με μια πράξη ζωής που θα πάρει το θάνατο μακριά, ένα νεύμα ζωής θα ήταν αρκετό για να πάρει μακριά το θάνατο, ένα φτερούγισμα των βλεφάρων για μένα, για την κόρη του, τη μοναδική του κόρη που κι αν δεν τη γέννησε το κορμί του, είναι δική του πιο πολύ από κάθε άλλον στον κόσμο, ένα και μοναδικό φτερούγισμα των βλεφάρων, μια ανεπαίσθητη σύσπαση των μικρών μυών που κινούν το πετσί που προστατεύει τα μάτια, αυτό το ρυτιδιασμένο πετσί με τα πεσμένα βλέφαρα, γυαλιστερό από το σμήγμα, χαρακωμένο από ένα ρυάκι γαλάζιο και δυο τρία μικρότερα κόκκινα… Κι όσο πλησίαζε η ώρα μεγάλωνε αυτό το θλιβερό καβούρι που δάγκωνε τους βρόγχους κάνοντάς με να πνίγομαι κι άκουγα τις βουές της μικρής πολιτείας σα να ‘ταν ξένες, μια αποτρόπαιη μπάντα στριγκών ήχων που πότε ξεθώριαζαν ευεργετικά και πότε έφταναν σε οξύτατα κακόφωνα κρεσέντι που έσκιζαν τ’ αυτιά μου και με ξεχώριζαν σε κομμάτια.
Ναι, ήταν πέντε ακριβώς. Το ξέρω γιατί άκουσα καθαρά τα χτυπήματα του ρολογιού και τα μέτρησα ένα ένα, τα άκουσα όχι απειλητικά, όχι μοιραία, αλλά σα βλάσφημη υπενθύμιση και δεν τρόμαξα. Τα μέτρησα ένα ένα και δεν τρόμαξα, μόνο κοίταξα το ρολόι σαν εχθρό, κοίταξα το ρολόι σαν ένα παλιό γνώριμο εχθρό που συγκατανεύει γεμάτος αλαζονεία και σιγουριά, που συγκατανεύει μέσα στο θρίαμβό του, όχι όμως τη νίκη του. Σηκώθηκα τότε και πήγα στο παράθυρο και είδα τη βροχή να σταματάει, την είδα ακριβώς τη στιγμή που σταματούσε κι είδα ένα πουλί με βρεγμένα φτερά να τινάζει το λαιμό του και ν’ αλλάζει κλαρί πάνω στην καχεκτική γέρικη νεραντζιά, που δεν ξέρω ποιος φύτεψε ανάμεσα στις τόσες θαλερές λεύκες, ποιος τη φύτεψε και πότε, αλλά είναι εκεί λες από πάντα, άσχημη, καχεκτική και καμπούρα, με τον κορμό της πληγωμένο από τα παράσιτα, το τετράγωνο που της αντιστοιχεί στο σπασμένο τσιμέντο του πεζοδρομίου με χώμα άνυδρο, σκόνη πιο πολύ παρά χώμα, γεμάτο από τα περιττώματα των σκύλων της γειτονιάς που λες και την εκδικούνται και πάνε όλοι εκεί, κι αυτή επίμονα τους περιφρονεί και πεισματικά συνεχίζει να γεννάει μερικά κακοφτιαγμένα θεόπικρα νεράντζια, που ωριμάζουν αργά-αργά πάνω στα κλαριά της και πέφτουν αγύρευτα στη γη κατόπιν με μια κίνηση που ορίζει με χάρη, ναι, με χάρη, κάπως βαριά, αλλά πάντως χάρη, την έννοια της ευθείας.
Είδα τη βροχή να σταματάει και είδα τα σύννεφα να υποχωρούν και να εγκαθίσταται στον ουρανό το πιο απίστευτο γαλάζιο χρώμα, γαλάζιο με μια υποψία κίτρινου στις άκρες του ορίζοντα, τόσο γαλάζιο όσο ποτέ δεν φανταζόμουν ότι μπορεί να υπάρχει και νομίζω πως συγκινήθηκα και ίσως να χάρηκα μάλιστα κι ήθελα να μείνω εκεί να το κοιτάω αυτό το φωτερό γαλάζιο, το φτερωτό γαλάζιο, να το κοιτάω χωρίς να ακούω το ρολόι, με το ρυθμικό διάφανο των χτύπων του, το ρυθμικό διάφανο του χρόνου που παίρνει σχήμα και γεμίζει μορφές από τα δωμάτια και από τα σώματα των ανθρώπων, από την καθημερινότητα και την εξαίρεσή τους, που παίρνει σχήμα από τις πράξεις τους και είναι οι πράξεις τους, ο διάφανος άνοστος χρόνος.
Τότε τον είδα. Το γαλάζιο διαιρέθηκε σαν κύτταρο, άνοιξε στη μέση φτιάχνοντας ένα οκτώ που οι κύκλοι του αποκολλούνταν σιγά-σιγά αφήνοντας ένα σκοτεινό κενό εκεί που πριν ήταν το σημείο της ένωσής τους, ένα σκοτεινό κενό σα ρήγμα βαθύ, απύθμενο, σα ρήγμα άγριο και αφύλακτο, μια ρωγμή όπου έβραζε το μηδέν κραταιό και ήξερα πολύ καλά, ήξερα με μια διαύγεια τόσο απόλυτη που καμιά λέξη να μην μπορεί την πει, ναι, ήξερα ότι αυτό ήταν ο Θεός. Αυτή η ρωγμή που ήταν έτοιμη να τα ρουφήξει όλα με βιαιότητα, αυτή η ανελέητη ρωγμή που έχασκε γεμάτη δύναμη και περιφρόνηση, αυτή η σιωπηλή και σκοτεινή ρωγμή, ήταν ο Θεός. Με κοίταξε και χάθηκε. Με κοίταξε λες και ήταν εκεί μόνο για μένα, μόνο για να τον δω εγώ, να τον δω ότι με βλέπει και με περιμένει, όχι σα μοίρα, απλά με περιμένει και θα με νικήσει, θα νικήσει τον καθένα μας προσωπικά για να διορθώσει το λάθος που έκανε πριν από εκατομμύρια χρόνια, πώς αλλιώς να το πω, πριν από το χρόνο ίσως; το λάθος που έκανε να ξεχαστεί και να επιτρέψει την αποδέσμευση της ζωής και την αυτονομία της.

Εχτές το βράδυ είδα δυο ανθρώπους. Περπατούσα με τα χέρια στις τσέπες, με το κεφάλι χωμένο βαθιά στο γιακά του παλτού μου, περπατούσα γρήγορα κι έστριψα την Παύλου Μελά και βγήκα στην Τσουρούτη Αναστασάκη κι ήταν σκοτεινά. Το πρωί είχαμε το μνημόσυνο του πατέρα κι είχαν έρθει όλοι, όλοι εκτός από τη θεία Κατερίνα, και από τον άντρα της θείας Κατερίνας κι η μητέρα είπε πως της κακοφάνηκε που η μεγάλη αδερφή του πατέρα δεν ήρθε στο μνημόσυνο του αδερφού της ενώ ήρθαν όλοι οι άλλοι, ήρθαν όλοι, είπε, αλλά τι είναι όλοι όταν λείπει ο πατέρας μου; Πώς στήνουμε ξανά και ξανά αυτό το όλοι, αυτό το ψεύτικο όλοι, αφού αυτοί που το αποτελούν δεν είναι όλοι εδώ; Το πρωί είχαμε το μνημόσυνο του πατέρα μου και το βράδυ βγήκα να κάνω έναν περίπατο στο κέντρο της πόλης, όπως κάθε βράδυ. Εδώ και καιρό έχω συνήθειες και με τρομάζει. Και επίσης σκέφτομαι πως τίποτε δεν άλλαξε από τη μέρα που με φώναξαν στο νοσοκομείο και μου είπαν «απεβίωσε» κι εγώ δεν καταλάβαινα τους κοιτούσα χωρίς να καταλαβαίνω, μου μιλούσαν μια γλώσσα άγνωστη, μου απηύθυναν λέξεις χωρίς νόημα, πρατσγφτυιγκ, κλιφτθμνς, απεβίωσε…κι ήρθε ο γιατρός και είπε «Δεσποινίς, ο πατέρας σας… λυπάμαι», ήταν ο γιατρός που εφημέρευε, όχι ο δικός του γιατρός, αυτός ήρθε λίγο αργότερα και μετά μου έκαναν μια ένεση κι όταν άνοιξα τα μάτια μου ήταν δίπλα μου η θεία Κατερίνα και η Δομινίκη, η μικρή της κόρη, και είπε η θεία Κατερίνα «πρέπει να κάνεις κουράγιο, Δάφνη, αναπαύτηκε» κι εγώ έλεγα μέσα μου λόγια πολλά, μ’ έπνιγαν οι λέξεις, σαν ηφαίστειο που έχει εκραγεί κι έρχεται κύματα κύματα η λάβα, έτσι έρχονταν οι λέξεις και στριμώχνονταν πίσω απ’ τα δόντια, μέσα στο κλειστό στόμα στριμώχτηκαν όλες και χόρευαν ένα χορό εφιαλτικό και πρόστυχο, κι ήταν λέξεις απαγορευμένες όλες, βρώμικες, κι ήθελα να τις πω, όλες να τις πω, να τις φτύσω πάνω στη θεία Κατερίνα, γιατί η θεία Κατερίνα μίλαγε μια γλώσσα που την καταλάβαινα και μου ‘λεγε αυτό που δεν ήθελα ν’ ακούσω, που δεν ήθελα να μάθω, ήθελα να κλείσω τ’ αυτιά μου πριν μπει μέσα η πληροφορία, πριν μάθω, να ξορκίσω το κακό, αλλά με πρόλαβε, μου το είπε και το έμαθα κι ήθελα να χύσω πάνω της λέξεις δηλητηριασμένες να της τρυπήσω μ’ αρρώστια τη σάρκα και το νου, καταραμένη, καταραμένη, να της πω, αλλά ήρθαν οι λέξεις όλες μαζί και δεν ήξερα ποια θα βγει πρώτη μόλις ανοίξω το στόμα μου και την ώρα που χαλάρωσαν τα χείλη μου και άφησαν ένα μικρό άνοιγμα έβγαλα τον οχετό των σπλάχνων μου πάνω της, έκανα εμετό πάνω στη θεία Κατερίνα κι η Δομινίκη δάγκωνε νευρικά τα χείλη της να μην ξεσπάσει σε γέλια τρανταχτά βλέποντας τη μάνα της σ’ αυτά τα χάλια, κι έπειτα η θεία Κατερίνα έφυγε κι ήρθε πάλι ο γιατρός και μια καθαρίστρια και μου έλεγε ο γιατρός πως πρέπει να δείξω κουράγιο και άλλα τέτοια και πως είχαν ειδοποιήσει τη μητέρα μου στην Αθήνα και ερχόταν, γιατί έλειπε η μητέρα μου εκείνη την ημέρα, εκείνη ακριβώς την ημέρα έλειπε, είχε πάει στην Αθήνα για το δάνειο, το δάνειο που θα μας έδινε ο Αντώνης –ποιος ήταν ο Αντώνης, ποιος είναι ο Αντώνης Δεληγιάννης δεν ξέρω, δεν έμαθα ποτέ, δεν χρειάστηκε να πάρουμε το δάνειο, το δάνειο που θα πλήρωνε τα χρέη από την αρρώστια του πατέρα, πολλά χρέη και χρειαζόμασταν κι άλλα χρήματα πολλά, 'λεγαν οι γιατροί «δεν γίνεται τίποτε» αλλά δεν το πιστεύαμε, δεν το πίστευα εγώ ούτε και η μητέρα το πίστευε –τότε κατάλαβα πως τον αγαπούσε, πρώτη φορά σε τριάντα χρόνια κατάλαβα πως τον αγαπούσε, όταν την είδα να κλαίει, κρυφά έκλαιγε αλλά έκλαιγε πολύ και δάγκωνε τα χέρια της για να μη βάλει τις φωνές και την ακούσουμε και εγώ θύμωσα μαζί της, θύμωσα πολύ, που ακόμα και μια τέτοια ώρα το κράταγε μέσα της το αβάσταγο κι έπλενε το πρόσωπό της με κρύο νερό κι έβαζε κρέμα στο πρόσωπο, το όμορφο πρόσωπό της, και στα μάτια έβαζε κρέμα και την έστρωνε ώρα πολλή με την άκρια των δαχτύλων να φύγει η άψα απ’ τα κλάματα, να μη φαίνονται τα κλάματα, κι εγώ θύμωνα με τα μελιά της μάτια που έκρυβαν τόσο καλά τα κλάματα κι ήταν πάντα στεγνά κι ανέκφραστα και πιο πολύ θύμωνα γιατί τον αγαπούσε, τώρα πια ήμουν σίγουρη, όταν έφτασε στο νεκροταφείο με το μαύρο ταγέρ και τις άψογα φορεμένες κάλτσες και τις καινούριες γόβες τις λουστρινένιες που έτριζαν κάθε λίγα βήματα, τις λουστρινένιες με το μικρό φιόγκο και το ψηλό τακούνι, κι ένιωσα αποστροφή και θαυμασμό ακριβώς γι’ αυτές τις λουστρινένιες γόβες, όταν έφτασε στο νεκροταφείο και ήρθε εκεί που τον είχαν, έτοιμο τον βρήκε, μέσα στο φέρετρο, το πρόσωπό του ήρεμο, σα να κοιμόταν, έλα πατέρα, έλεγα μέσα μου, έλα πατέρα, σήκω, τι δουλειά έχουμε εμείς εδώ; Εδώ είναι ο κόσμος των νεκρών, κι όλοι αυτοί τριγύρω μας δεν είναι άνθρωποι, είναι πόρτες που ανοίγουν απειλητικές για να σε κάνουν να σφάλεις –αν τους ακούσεις, θα περάσεις από μέσα τους στο βασίλειο των νεκρών- τον βρήκε έτοιμο, μέσα στο φέρετρο με τις γλαδιόλες και τα χρυσάνθεμα, μέσα στα τριαντάφυλλα και τα γαρίφαλα που απόθεσαν πάνω του οι συγγενείς και τις λευκές νεραγκούλες και τις τουλίπες που του ‘φερα εγώ, τον βρήκε έτοιμο, ντυμένο το κουστούμι του το μαύρο το καλό, για σένα το ‘ραψα, Δαφνούλα μου, να το βάλω στο γάμο σου, μην τον αργήσεις όμως γιατί παίρνω κιλά και δεν θα μου κάνει σε λίγο, ντυμένο με το κοστούμι του γάμου μου, κι ήταν όμορφος και σαν πιο νέος, τον βρήκε ντυμένο με το μαύρο το κοστούμι του, το καλό, που το ’χε δώσει χωρίς να με ρωτήσει η θεία Κατερίνα, ίσως και για να με εκδικηθεί είχε δώσει αυτό το κοστούμι, του γάμου μου, και μπήκε η μητέρα, με βήμα αργό, με τη μεγαλόπρεπη αξιοπρέπειά της που έκανε τη Ρομηνή να την αποκαλεί κοροϊδευτικά «η κόμισσα» αλλά και να σηκώνεται με σεβασμό στο πέρασμά της, μπήκε μ’ αυτήν την ήρεμη μεγαλοπρέπεια και πάλι ανέκφραστο το πρόσωπό της, αδάκρυτη, έτριξαν δυο φορές οι λουστρινένιες γόβες, πλησίασε κρατώντας απαλά στα χέρια της ένα μεγάλο μπουκέτο νερόκρινα, κρατώντας τα όπως θα κράταγε ένα μωρό, τόσο απαλά μη και ξυπνήσει, ένα μωρό που κοιμόταν στην αγκαλιά της, και τα ακούμπησε πάνω του όπως θα του ‘δινε το κοιμισμένο μωρό, να το κρατήσει λίγο κι αυτός, να ακούσει την ανάσα του, να μυρίσει το σωματάκι, να το ακουμπήσει στην καρδιά του, να το καθησυχάσει ο χτύπος της, να κάνει ύπνο ατάραχο, έτσι τ’ άφησε, κι έσκυψε μετά και φίλησε το παγωμένο μέτωπο, κι έμεινε παραπάνω ώρα σκυμμένη, με τα χείλια να ακουμπούν το μέτωπο, να γεύονται την ανατριχιαστική παγωμάρα του θανάτου, έμεινε εκεί σκυμμένη παραπάνω, πολύ παραπάνω απ’ όσο κρατάει ένα φιλί κι όταν σήκωσε το πρόσωπό της, αυτό ήταν πάλι ανέκφραστο αλλά σκοτεινό, πολύ πιο σκοτεινό, και στο μέτωπο του πατέρα, δεν το είδαν οι άλλοι, εγώ όμως το είδα, στο παγωμένο μέτωπο έλαμπε αμυδρά μια ζεστή σταγόνα υγρασίας, λες κι ήθελε μ’ αυτό το δάκρυ, το κατάδικό τους δάκρυ, για κείνην και για κείνον, λες και ήθελε να βεβαιωθεί ότι η ζέστα του κορμιού της, του ζωντανού κορμιού της η ζέστα, οι χυμοί της ζωής που κυκλοφορούσαν μέσα της, δεν μπορούσαν να τον φέρουν πίσω, δεν μπορούσε να μοιραστεί τη ζωή της αφήνοντάς του ένα κομμάτι που θα τον έφερνε πίσω, κοντά της, και σκύλιασα, κι ήθελα να σηκωθώ να της βγάλω τα μάτια τότε, γιατί, αν γινόταν κάτι τέτοιο, θα ‘ταν για να γυρίσει κοντά της κι όχι κοντά μας και γιατί βεβαιώθηκα για κάτι που υποψιαζόμουνα τα τελευταία χρόνια, μονάχα τα τελευταία χρόνια, πόσο ευτυχισμένος είχε υπάρξει δίπλα της, το μόνο που είχα στη ζωή μου ήταν ο πατέρας μου αλλά δεν ήταν μόνο πατέρας μου, ήταν και ο σύζυγός της.
Της έκανα θέση και κάθισε δίπλα μου, αμίλητη κάθισε, ακίνητη, κοιτούσε το πάτωμα, σηκώθηκαν διάφοροι κι ήρθαν για τα συλλυπητήρια, έδινε ευγενικά το χέρι, τους ευχαριστούσε ψιθυριστά, μετά τον τέταρτο, όσο να πλησιάσει ο επόμενος, άπλωσε το αριστερό της χέρι κι άρπαξε, ναι άρπαξε, με λαχτάρα και τρόμο το δικό μου, το άρπαξε και το κράτησε όπως ο πεινασμένος μια φέτα ψωμί τρέμοντας μπροστά στην ανέλπιστη ευτυχία, κρατώντας το εύρημα σφιχτά στη χούφτα του και κρυμμένο για να μην του πάρει κανείς, το κράτησε το χέρι μου έτσι ακριβώς κι ανάμεσα στο επόμενο ευχαριστώ και τη νέα αναμονή «πάρε με από δω» μουρμούρισε με απελπισία «πάρε με από δω, παιδί μου, δεν αντέχω» και δεν ήξερα αν εννοούσε τα συλλυπητήρια ή το νεκρό πατέρα μου αλλά την αγκάλιασα, δηλαδή πέρασα το χέρι μου γύρω από τους ώμους της και ξέροντας πόσο κακό της έκανα, είπα «ξέρεις πως δεν κάνει».
Ήρθε ο γιατρός, λοιπόν, και μου ‘λεγε πως την είχαν ειδοποιήσει τη μητέρα μου και πως ερχόταν, με το πρώτο αεροπλάνο ερχόταν, και πως η θεία μου είχε αναλάβει όλες τις μακάβριες λεπτομέρειες γι’ αυτό που έπρεπε να γίνει. Είπε αυτό που έπρεπε να γίνει, δεν είπε τη λέξη, μπορεί να φοβήθηκε, εμένα ή τη λέξη δεν ξέρω. Ακόμα δεν ξεκαθάρισα, φοβούνται οι γιατροί το θάνατο; Τον λένε Στέργιο το γιατρό, Στέργιο Πουλόπουλο, μ’ αρέσει τ’ όνομά του και το λέω όποτε μπορώ, ούτε κι αυτός είναι από τη Ρομηνή, ήρθε πριν από καιρό στο δημόσιο νοσοκομείο, του άρεσε η μικρή πόλη κι έμεινε, κάπου-κάπου σκέφτεται να φύγει, να γυρίσει στη δική του πόλη, μικρή πόλη κι αυτή αλλά του κάμπου, το μετανιώνει, «γιατί να το κάνω, περιστέρι μου;» λέει. «Κι εκεί μικρός ο τόπος κι εδώ μικρός». Κι αλήθεια είναι. απ’ τη μια άκρη, το Μικρό Ακρωτήρι, ως πάνω στο λόφο, στη Νέα Πόλη, μια ώρα μια ώρα και κάτι με τα πόδια, λίγο πιο μεγάλη είναι η απόσταση από το Μεγάλο Ακρωτήρι στα ανατολικά, στα Γκρεμά, που οι παλιότεροι τα λέγανε Καϊδια, αλλά κανείς ποτέ δεν ξεδιάλυνε γιατί, ως την άγρια παραλία στα νότια με τα κοφτερά βράχια και την υπόγεια σπηλιά. «Τόσος είναι κι ο δικός μου τόπος, περιστέρι μου», λέει. «Μόνο που εδώ έχει θάλασσα». «Εδώ θα μείνεις; Για πάντα;» τον ρώτησα. Είπε: «πάντα ήθελα να αποκτήσω ρίζες».
«Τότε γιατί δεν έμεινες στον τόπο σου;»
«Γιατί εκεί οι ρίζες ήταν ξένες»
«Και δεν ονειρεύεσαι να ταξιδέψεις… να πας αλλού και να ‘ναι μακριά;»
«Όχι», λέει, «παντού τα ίδια είναι. Τέτοια ονειρευόμουνα, όταν ήμουν παιδί, τώρα μεγάλωσα, έπαψα να ‘χω στο νου μου ταξίδια, θέλω ένα σπίτι δικό μου, μια γυναίκα δική μου κι ένα γιο».
«Όμως ολημερίς κοιτάς τη θάλασσα».
«Αυτήν κοιτάω, όχι τα ταξίδια. Μ’ αρέσει η θάλασσα. Μ’ αρέσει να κολυμπάω, να πετάω βότσαλα, να περπατάω στην παραλία. Μ’ αρέσει να ψαρεύω και να πιάνω ωραία μεγάλα ψάρια και να παινεύομαι στους φίλους μου για τη μαεστρία μου. Όταν έχω βραδινή βάρδια στο νοσοκομείο, τις ώρες που δεν κάνω επισκέψεις ή δεν έχω έκτακτα περιστατικά, σκέφτομαι τη θάλασσα, την ακούω και μ’ αρέσει, περιστέρι μου».
«Εγώ τη σιχαίνομαι τη θάλασσα. Ήθελα φτερά, ήθελα να ‘μαι μάγισσα και να πετάω τις νύχτες πάνω σε σκουπόξυλα και να ‘μαι παντού, όλα τα ωραία να τα δω και να τα χορτάσω. Εγώ σιχαίνομαι τη θάλασσα, άκου με που το λέω, το λέω δυνατά, μ’ όλη μου την ψυχή, σιχαίνομαι τη θάλασσα, την οσμή της αρμύρας, τα φύκια που μπερδεύονται στα πόδια μου στην ακρογιαλιά, τα σιχαίνομαι και τα φοβάμαι. Σα μικρά φίδια, θα κολλήσουν πάνω μου και θα μου πιουν τη ζωή με τα αόρατα δόντια τους, άκου με, Στέργιο, το λέω… όλη μου τη ζωή το ‘κρυβα, όλη μου τη ζωή καμωνόμουνα πως την αγαπούσα, μόνο και μόνο γιατί την αγαπούσε ο πατέρας μου και δεν ήθελα να του το φανερώσω, δεν ήθελα να το ξέρει, την αγαπούσε τόσο που, αν το ‘λεγα, φοβόμουνα μήπως πάψει να με αγαπάει κι έπειτα συνήθισα κι όταν έβγαινα απ’ το νερό της σκουπιζόμουνα για ώρα ως να φύγει η υγρασία της από πάνω μου και ξάπλωνα στον ήλιο να στεγνώσω ακόμα πιο πολύ. Λες και διαφορετικά θα έλιωνα, θα μου ‘παιρνε το κορμί και θα το έκανε μικρές ρευστές λεπτομέρειες από μπεζ και κόκκινο. Αλλά δεν του το είπα ποτέ… Τον άφηνα να με πηγαίνει συχνά απ’ την αρχή του καλοκαιριού μέχρι τις πρώτες μπόρες του φθινοπώρου για μπάνιο κι όταν είχε δουλειά και δεν μπορούσε κι έλεγε «συγγνώμη, Δαφνούλα μου, σήμερα δεν γίνεται, αύριο όμως θα πάμε οπωσδήποτε» πάλι δεν του το ‘πα… Τώρα το λέω, σε σένα το λέω, τη σιχαίνομαι τη θάλασσα…».
«Ησύχασε, περιστέρι μου, μια μέρα κι εσύ θα την αγαπήσεις, έτσι παράφορα, όπως ο πατέρας σου κι εγώ, όταν πια δεν θα θέλεις ταξίδια, θ’ αγαπήσεις τη θάλασσα»
« Μ’ αγαπάς, Στέργιο;»
« Όχι ακόμη, περιστέρι μου. Μα θέλω να ζήσουμε μαζί και να κάνουμε παιδιά».
Έχει μύτη γαμψή και τα χείλη του είναι λεπτά και κόκκινα. Κοιτάζει τα πράγματα σαν να είναι ζωγραφιές. Χαμογελάει επαγγελματικά, από συνήθεια, κάτω απ’ το χαμόγελο το κενό και φυσάει ένας άνεμος, σηκώνει ψηλά φύλλα και χαρτιά, κι αυτός δεν το ξέρει. Μερικές φορές ανατριχιάζω, τον φοβάμαι μερικές φορές. Όμως όταν έφυγε, πέρυσι την άνοιξη που έφυγε και πήγε στο χωριό του κι έλειψε πολύ, ήθελα να γυρίσει, δεν του το είπα αλλά ήθελα να γυρίσει και ήθελα να μ’ αγαπάει ούτε αυτό του το είπα αλλά ήθελα να γυρίσει και να μ’ αγαπάει. Όταν γύρισε, όλα ήταν όπως πρώτα, λες κι ο μήνας που ‘λειψε δεν υπήρχε στο ημερολόγιο, μια απουσία που δεν συνέβη. Ήθελα να γυρίσει και να μ’ αγαπάει. Γύρισε ακριβώς τη μέρα που μου είχε υποσχεθεί και είπε «ήταν ωραία, περιστέρι μου. του χρόνου θα σε πάρω μαζί μου».
Απόσπασμα από τη νουβέλα "Θεώρημα 1: Πρωινός Περίπατος"
(περιέχεται στο βιβλίο "Η ΔΑΦΝΗ ΚΑΙ ΤΟ ΒΟΥΝΟ" (2 νουβέλες),
Εμπειρία, Αθήνα, 2009, σσ. 7-33)
(περιέχεται στο βιβλίο "Η ΔΑΦΝΗ ΚΑΙ ΤΟ ΒΟΥΝΟ" (2 νουβέλες),
Εμπειρία, Αθήνα, 2009, σσ. 7-33)