
Στο Παρίσι έμεινα τέσσερα χρόνια
για σπουδές. Το σπίτι μου ήταν σε ένα εργατικό προάστιο, το Ιβρί-σιρ-Σέν, στο
νότο της πόλης. Η πολυκατοικία ήταν μέρος μιας συστάδας μεγάλων πολυώροφων κτιρίων που σχημάτιζαν μια κατοικημένη νησίδα,
σε μια περιοχή με μεγάλους ανοιχτούς άχτιστους χώρους. Πολλά τα διαμερίσματα,
φτηνοφτιαγμένα αλλά με ανέσεις, έδιναν κατοικία σε εκατοντάδες μέτριων και
χαμηλών εισοδημάτων εργαζόμενους, κυρίως σε μαύρους και άραβες. Απέναντι ήταν
το καινούριο νεκροταφείο κι έπειτα άρχιζε μια μεγάλη σειρά από μάντρες
αυτοκινήτων. Μου άρεσε αυτή η γειτονιά
και οι άνθρωποί της. Ποτέ δεν έπιασα ιδιαίτερες φιλίες με κανένα, αλλά ένιωθα
πως με τη χοντρή μαύρη κυρία στην απέναντι πολυκατοικία, που καθαρίζαμε το
Σαββάτο το πρωί την ίδια ώρα το σπίτι μας και κρυφά κανένα απόγευμα κρεμάγαμε
τη μπουγάδα μας στο μπαλκονάκι –να νυχτώσει και να μη μας δει κανείς, γιατί
απαγορεύεται να απλώνεις ρούχα στο μπαλκόνι κι αυτό για μένα, που με είχε μάθει
η μάνα μου να λιάζω τα πλυμένα, ήταν μεγάλος πόνος- με την κυρία εκείνη, λοιπόν,
υπήρχε μια υπόγεια, τρυφερή συνενοχή. Καλημέρες είχα μόνο με τον ηλικιωμένο
άντρα που έμενε στο ακριβώς επάνω διαμέρισμα –ένας πολύ ηλικιωμένος άντρας από
την Ωβέρν, που ανάσαινε με δυσκολία και περπατούσε αργά, μετρώντας υπομονετικά
κάθε βήμα. Κατέβαινε κάθε πρωί την ίδια ώρα για να πάρει την αλληλογραφία του
κι έτσι τον συναντούσα τακτικά στην είσοδο, την ώρα που έφευγα. Bonjour, Mr. Baillou. A, la petite Grecque!
bonjour, mademoiselle! Il fait chaud ce matin,
n’-est-ce pas? Τέτοιες κουβέντες είχα και με τη θυρωρό, μια ψηλή, ξανθιά
γυναίκα, γύρω στα 50, με έντονο ταμπεραμέντο . είχε έρθει στα 17 από
τη Μασσαλία, αλλά ποτέ δεν αποφάσισε ότι μένει μόνιμα στο Παρίσι, ο νους της
ήταν πάντα στο μεγάλο, πολύβουο λιμάνι της πόλης της και στο καφέ του πατέρα
της, όπου μεγάλωσε.
Το σπίτι μου ήταν σχετικά κοντά
στην Porte-de-Choisy –τρία,
τριάμισι χιλιόμετρα με τα πόδια. Η λεωφόρος που περνούσε
μπροστά σχεδόν από την είσοδο –και νοητά συνέχιζε μέχρι το αεροδρόμιο του Ορλύ-
για μια μεγάλη απόσταση ήταν έρημη σχεδόν από ζωή και τα βράδια θα μπορούσε να
είναι επικίνδυνη, αλλά όταν είσαι σκάρτα 22 χρόνων, αυτά δεν τα υπολογίζεις.
Ανεβοκατέβαινα με τα πόδια, εκτός αν ήμουν πολύ κουρασμένη ή φορτωμένη με ψώνια, οπότε έπαιρνα το λεωφορείο. Μ’ αρέσει
πολύ το περπάτημα κι ακόμα περπατάω πολύ - όπου μπορώ να πάω με τα πόδια, με τα
πόδια πηγαίνω κι είναι φορές που δεν μπορώ να σταματήσω να περπατάω πριν νιώσω ότι δεν αντέχω να κάνω έστω κι ένα
βήμα παραπάνω κι η μέση μου με σφάζει ανελέητη.
Στην Porte-de-Choisy
ήταν ο σταθμός του μετρό –η γραμμή 7 που σήμερα συνδέει το Δημαρχείο του Ιβρί
με την Κουρνέβ. Απέναντι υπήρχε ένα μικρό εμπορικό κέντρο με φτηνά ρούχα και
ηλεκτρικές συσκευές και το σούπερ μάρκετ που ψώνιζα. Παρακάτω ανοιγόταν μια
μεγάλη λεωφόρος που πέρναγε από την Port-d’- Italie και συνέχιζε περνώντας
από μικρά μαγικά μυστικά της πόλης ως το
κέντρο, το Chatelet και τις Halles. Καμιά διακοσαριά μέτρα από το εμπορικό κέντρο υπήρχε ένα
μικρό, πολύ μικρό πάρκο. Στην πραγματικότητα ήταν ένας μικρής έκτασης ελεύθερος
χώρος όπου οι δημοτικές αρχές είχαν
φυτέψει μερικά δέντρα, δυο παρτέρια με πολύχρωμα λουλούδια και είχαν
τοποθετήσει δυο ζευγάρια παγκάκια, το ένα απέναντι από το άλλο, στα πλάγια του
κηπάκου. (Στις μεγάλες πόλεις της Ευρώπης τέτοιοι κήποι, χώροι ανάπαυσης κι
αναψυχής, είναι συνηθισμένοι, τους φτιάχνουν οι δημοτικές αρχές όπου μπορούν,
αντίθετα με την Αθήνα, που οι δήμαρχοι θεωρούν κατάρα τον ελεύθερο χώρο –τσιμεντώνουν
και χτίζουν όσο πιο πολύ μπορούν). Τα όμορφα, φωτεινά απογεύματα έπαιζαν τα
παιδιά, ηλικιωμένοι λιάζονταν ψάχνοντας λίγη παρέα, έρχονταν και μαθητές καμιά
φορά, που υποψιαζόμουν ότι είχαν κάνει
κοπάνα από το γειτονικό λύκειο.
Περνούσα τακτικά από το παρκάκι
αυτό και καμιά φορά ξαπόσταινα λίγη ώρα πριν συνεχίσω τις περιπλανήσεις μου
στην πόλη. Συχνά – πυκνά έβλεπα να κάθονται, στο ίδιο πάντα παγκάκι, δυο
γυναίκες. Η μια, νταρντάνα αράβισσα, γύρω στα 70, με το χιτζάμπ προσεκτικά τυλιγμένο γύρω από το
παχύ πρόσωπό της. Τα μάγουλά της κόκκινα, έσκαζαν από υγεία, το βλέμμα της
σοβαρό πίσω από ένα ζευγάρι γυαλιά με χρυσό σκελετό, έπεφτε επιλεκτικά πάνω σε
ανθρώπους και πράγματα αλλά δεν έμενε για πολλή ώρα. Γρήγορα γύριζε στο πλεκτό
της –πάντα έπλεκε. Δαντέλες. Με ένα κούτσικο βελονάκι με γυριστή μύτη τραβούσε
τις κλωστές, τις ένωνε, έκανε θηλιές και πέρναγε μαεστρικά τη μια μέσα στην
άλλη κάνοντας περίτεχνα σχέδια, που θύμιζαν από μακριά τα αραβουργήματα της
Αλάμπρα. Δούλευε με ταχύτητα και αφοσίωση. Κάθε λίγο, όμως σταματούσε, ίσιωνε το πλεκτό
πάνω στη φαρδιά μακριά φούστα της και το κοιτούσε, ξανά και ξανά, τραβούσε τις
άκρες του, το τέντωνε και κάτι έλεγε
στην άλλη γυναίκα. Αγαπώ τις όμορφες λευκές δαντέλες, κυρίως γιατί μου θυμίζουν
τη γιαγιά μου, τη μικρασιάτισσα και συγκινούμαι κάθε φορά που αγγίζω μια
δαντέλα, σα να πιάνω το μαραμένο χεράκι της, χρόνια τώρα πεθαμένη.
Η άλλη δίπλα της, ευρωπαία,
γαλλίδα μάλλον. Ξερακιανή, κάπως νεότερη –στα νιάτα της πρέπει να ήταν όμορφη ή έστω
ενδιαφέρουσα. Το πρόσωπό της ήταν όλο γωνίες, με μια πλαστή αυστηρότητα που έσπαγε
και διαλυόταν όταν πλησίαζες, γιατί το βλέμμα της ήταν αδύναμο και θλιμμένο και
μαρτύραγε άνθρωπο που είχε κλάψει πολύ στη ζωή του. Φορούσε πάντα φορέματα ή
ταγέρ στα χρώματα της γης, και, όπως το συνηθίζουν οι γαλλίδες, έδενε στο λαιμό
της κάποιο φουλάρι που φώτιζε κάπως το
άχρωμο πρόσωπό της. Κι αυτή έπλεκε. Με δυο βελόνες. Μάλλινα. Πουλόβερ και
κασκόλ και γάντια. Δούλευε κι αυτή με επιδεξιότητα αλλά όχι πολύ γρήγορα.
Σταματούσε, κοιτούσε γύρω της, χάζευε τα παιδιά που έπαιζαν, κοιτούσε
διακριτικά και με νοσταλγία κάποιο ζευγαράκι που φιλιόνταν σε άλλο παγκάκι, συμβουλευόταν αφηρημένα το
σχέδιο του πλεκτού της, τις οδηγίες που είχε σκίσει από κάποιο περιοδικό για να
το πλέξει.
Όλο και κάτι έλεγε η μια στην άλλη, φαινόταν να γνωρίζονται καλά. Η
αράβισσα είχε συχνά μαζί της ξηρούς
καρπούς και της πρόσφερε, η άλλη, η γαλλίδα έφερνε μια σοκολάτα και την έκοβε στη μέση. Η
αράβισσα έπαιρνε το κομμάτι και το ‘τρωγε αργά, η γαλλίδα μασουλούσε νευρικά
τους ξηρούς καρπούς. Πιο σπάνια άγγιζε η μια την άλλη. Στο μπράτσο ή στο χέρι.
Έπλεκαν και μιλούσαν. Για την ακρίβεια, έπλεκαν περισσότερο και μιλούσαν
λιγότερο αλλά φαινόταν να περνούν καλά μεταξύ τους. Καμιά φορά τις έβλεπα να σκύβει η μια πάνω από
το πλεκτό της άλλης και να σχολιάζουν –κάτι έδειχνε η μια με το δάχτυλο, κάτι
απαντούσε η άλλη σηκώνοντας στον αέρα το εργόχειρο. Δυο τρεις φορές, είδα την αράβισσα
υπομονετικά να μαθαίνει την ευρωπαία πώς
να πλέκει με το βελονάκι κι εκείνη την παρακολουθούσε με προσήλωση, σχεδόν
υποταγμένη στις υποδείξεις. Ρωτούσε, έδειχνε με το δάχτυλο, η άλλη επαναλάμβανε
την κίνηση αργά για να την καταλάβει η φίλη της.
Ωραία εικόνα! Δεν ήξερα τι με
γοήτευε περισσότερο. Αυτή η τρυφερή
και σίγουρη για τον εαυτό της συνάντηση
των πολιτισμών που υπόγευε στη φιλία των δυο γυναικών ή έπρεπε να βάλω τον τόνο απλώς στις
συναντήσεις των γυναικών του κόσμου που φτιάχνουν τις φιλίες τους σε ένα
προστατευμένο πλανήτη, φτιαγμένο από απλά υλικά, καθημερινές χαρές και βάσανα κοινά για τους ανθρώπους….
Μια μέρα δεν βάσταξα και τις
πλησίασα. Ήθελα να τις δω από κοντά, να μπω για λίγο στον κόσμο τους, να εισβάλω χωρίς να με καταλάβουν
στο μικρό, φωτεινό και απέριττο σύμπαν της φιλίας τους, να γευτώ τους ήχους της
φωνής τους, την αίσθηση της ανταλλαγής των λέξεων, το άρωμα των βλεμμάτων…
Ήξερα πως δεν ήταν σωστό αλλά δεν μπορούσα να αντισταθώ. Απέπνεαν τόση χαρά οι
συναντήσεις τους, που ήθελα μια σταγόνα για φυλαχτό ενάντια στο φόβο της
μοναξιάς και της εγκατάλειψης, ενάντια σ’ ένα κόσμο άξενο χωρίς την ευλογία της
φιλίας.
Έτυχε να κρατώ δυο τσάντες με
ψώνια από το σούπερ μάρκετ που μου έδιναν μια δικαιολογία. Κάνοντας, λοιπόν, πως
ταχτοποιώ τα ψώνια μου, έμεινα λίγα δευτερόλεπτα κοντά τους, όσο να ακούσω τον
ήχο της κουβέντας τους.
Και τις άκουσα… Ω, έκπληξη! Τις άκουσα να μιλούν, να επικοινωνούν γλυκά και τρυφερά, έτσι
ακριβώς όπως περίμενα να είναι αναμεταξύ τους, τις άκουσα να τιτιβίζουν λίγο βραχνά ανταλλάσσοντας
πληροφορίες για το εργόχειρό τους –έδειχνε πάλι η μια στην άλλη τη δουλειά της- και ποιος ξέρει
τι να αφηγούνται μέσα σε απέραντη
κατανόηση, η κάθε μια στη γλώσσα της: αραβικά και γαλλικά.
Αύγουστος 2012