Ο ΚΙΤΡΙΝΟΣ ΔΡΟΜΟΣ

καὶ γάρ π[ο]τα
Τίτωνον ἔφαντο βροδόπαχυν Αὔων
ἔρωι φ[υρ]άθεισαν βάμεν’ εἰς ἔσχατα γᾶς φέροισα[ν,
ἔρωι φ[υρ]άθεισαν βάμεν’ εἰς ἔσχατα γᾶς φέροισα[ν,
ἔοντα [κ]άλον καὶ
νέον, ἀλλ’ αὖτον ὔμως ἔμαρψε
χρόνωι πόλιον γῆρας, ἔχ[ο]ντ’ ἀθανάταν ἄκοιτιν.
χρόνωι πόλιον γῆρας, ἔχ[ο]ντ’ ἀθανάταν ἄκοιτιν.
Σαπφώ
Το ξέρεις το φως του καλοκαιριού,
μεσημέρι καλοκαιριού, τέλη Ιούλη. Θηριώδες. Το φως, λέω, είναι θηριώδες. Και η
ζέστη το ίδιο. Θεριό ανήμερο πέφτει με βάρος ασήκωτο και πλακώνει το έρμο σώμα
–σαν να κολυμπά σε κάτι πηχτό κι αμάχητο, παραδίδεται ντροπιασμένο στην
κούραση, η χαύνωση το καταλεί.
Βάδιζε με δυσκολία ο γέροντας
πάνω στο μακρύ, τον ατέλειωτο δρόμο που ένωνε την πολίχνη με τα σιταροχώραφα
του μεγάλου κάμπου. Μέτραγε αυτός το κάθε βήμα, έσφιγγε με τα μακριά σκελετωμένα του δάχτυλα το χοντρό ραβδί του, ελπίζοντας πως
θα τον φτάσουν οι δυνάμεις του να το ολοκληρώσει και τούτο το βήμα και να
σχεδιάσει το επόμενο. Κι ο δρόμος, α, τούτος ο φαρδύς άστοργος χωματόδρομος,
που ξεκίναγε από τα τελευταία σπίτια της
πόλης, γυμνός, ούτ’ ένα δέντρο, ούτ’ ένας θάμνος καν να ησυχάσει πάνω του το
μάτι, ν’ αναπαυτεί η πυρωμένη ανάσα σε μια ελπίδα δροσιάς. Δρόμος μακρύς κι
ολόισιος, και πάνω στο φρυγμένο χώμα, το άνυδρο, πότ’ εκεί ποτ’ εδώ, κάτι
τεράστιες μυρμηγκοφωλιές απ’ όπου έβγαιναν τα υπομονετικά μυρμήγκια, μαύρα και
χοντρά, και τριγύριζαν για το σπυρί που αναλογούσε στο καθένα να φέρει στη
φωλιά. Μυρμήγκια κι άλλο τίποτα. Α, όχι, όχι, ήταν κι εκείνες οι απελπισμένες
κρωξιές των ορνέων που τριγυρνάνε μάταια να βρουν ένα ψοφίμι να κορέσουν τα
λιμασμένα στομάχια τους. Ανελέητες κι απειλητικές έσπαζαν την σιωπή και καρφώνονταν στ’ αυτιά όποιου τύχαινε να περνά από κει.
Κανένα άλλο ίχνος ζωής, κάποιο
σημάδι ότι πέρασε από δω άνθρωπος, έστω και πριν μέρες, κάτι που να γεννήσει την ελπίδα μιας
φευγαλέας συνάντησης.
Με δυσκολία βάδιζε. Ο γέροντας
λέω με δυσκολία βάδιζε κι όλο σταμάταγε να ξαποστάσει, η σκόνη είχε βάψει άσπρα
τα γυμνά πόδια του, κουρελιασμένα τα ρούχα του, που κάποτε πρέπει να ‘ταν
όμορφα κι ακριβά, άφηναν να φαίνεται μεριές-μεριές το κοκκαλιάρικο σώμα του. Ο
ιδρώτας έτρεχε αλμυρός και βρώμικος, χοντρές σταγόνες έπεφταν απ’ το μέτωπό του
κι ακολουθώντας τη ραγισμένη σάρκα κατέβαιναν ενοχλητικές μέσα από τους δρόμους
των ρυτίδων ως τα μπερδεμένα κατάλευκα γένια. Να τον, σταμάτησε πάλι, και
κοιτάζει ίσια μπροστά ενώ σκουπίζει μ’ ένα βρώμικο πανί το φαλακρό κρανίο - τα
κόκκαλά του σχεδόν ξεχωρίζουν κάτω από το λεπτό, άτριχο δέρμα, δυο τρία καφετιά σημαδάκια σαν
αταξίδευτα, αχαρτογράφητα νησιά στο κορφοκέφαλο. Σταμάτησε κάτω από τον
ανελέητο ήλιο και κοιτάζει ίσια μπροστά. Το αδιόρατο σχήμα ενός βουνού πέρα
μακριά, τόσο μακριά που ούτε καν φαίνεται κάτι παραπάνω από μια αχνή
κορυφογραμμή, που προβάλλει με δυσκολία μέσα από το ακίνητο φως. Εκεί θέλει να
πάει ακόμα κι αν του πάρει αιώνες για να φτάσει. Εκεί πρέπει να φτάσει, στην
ψηλότερη κορφή του βουνού, ν’ αφήσει πίσω του το κίτρινο και να συναντήσει το
λευκό, το ειρηνικό λευκό, το αλαφρύ και πουπουλένιο χιόνι, το αθώο, σαν το
πρώτο λουλούδι της άνοιξης, σαν θάνατος στον πιο μελένιο γλυκασμό.
Ήταν
νέα και όμορφη σαν το πρωινό φως, έπεφταν λαμπερά τα κόκκινα μαλλιά στους ώμους
της, κελαηδισμοί ακούγονταν από το πετάρισμα των βλεφάρων της και το κορμί της
ένα γέλιο ηδονικό. Την είχε αγαπήσει πολύ, τότε την είχε αγαπήσει πολύ και
κράτησε πολύ η αγάπη του πριν γίνει οργή και μίσος. Αυτή τον είχε αγαπήσει
περισσότερο, λύγισε του πατέρα της τον δισταγμό: «Άστον μου» του ‘λεγε κι έτρεχαν τα δάκρυα
απ’ τα χρυσά της μάτια, έτρεχαν και του ‘βρεχαν
τα πόδια του πατέρα που έσμιγε με απορία και στενοχώρια τα πυκνά φρύδια
του –μια ρυτίδα του τσαλάκωνε το μέτωπο, μια ρυτίδα βαθιά και απότομη σα
μαχαιριά. Κι αυτή, γονατισμένη μπρος του
ακούμπαγε το μέτωπο στα δάχτυλα των ποδιών του και σκούπιζε τα δάκρυά της με τα
μαλλιά της και πάλι γύρναγε το πρόσωπο
προς τον πατέρα κι έλεγε με σπαραγμό «Άστον μου. Για πάντα».
«Είσαι
σίγουρη πως θέλεις πράγματι αυτό που ζητάς;» τη ρώτησε ο συγνεφοσυνάχτης. «Πώς
αυτό που ζητάς, έτσι όπως το ζητάς, είναι αυτό που θέλεις;» κι αυτή είπε πάλι
με αγωνία «Άστον μου. Για πάντα»
Και πήρε δώρο ακριβό την αθανασία
του. Όπως την ζήτησε. Η άσκεφτη.
Απ’τους θεούς μη ζητάς κι αν
ζητήσεις, φρόντισε η προσευχή σου να ‘χει τα λόγια ξεκάθαρα και το αίτημα από
κρύσταλλο. Τίποτα μην ξεχάσεις. Τίποτα μην παραβλέψεις. Σκέψου καλά. Γιατί οι
θεοί μπορεί να συγκατανεύσουν και να σου δώσουν ό,τι ζήτησες μα αυτό μονάχα θα
σου δώσουν και τίποτ’ άλλο.
Των θεών τα δώρα, κατάρα για τους
θνητούς, πού να τ’ αντέξουν. Ό,τι δεν είναι των χεριών μας φτιάξιμο, του νου μας μπόρεση και δημιουργία,
ό,τι έρθει αναπάντεχα από το σύμπαν των θεών και εγκατασταθεί στις κοινωνίες
των ανθρώπων και στο κορμί τους, κατάρα είναι κι όχι ευχή. Γιατί ο κόσμος τους
είναι άλλος, φτιαγμένος από μάγια και δυνάμεις αέρινες και δεν έχει λάθη μα των
ανθρώπων ο κόσμος είναι φτιαγμένος από κόπο, από πέτρα και ξύλο και από σκέψη
κοφτερή, μα που παίρνει καμιά φορά, όχι, όχι καμιά φορά, συχνά τους παίρνει, δρόμους σκολιούς και
πηγαίνει τους ανθρώπους σε λάθη. Κι αυτό κάνει τη ζωή μας ακριβή. Το λάθος και
το λίγο της. Τα άλλα είναι κατάρα, λέω,
Οδυσσέα.
Γερνούσε αυτός, μαραινόταν το
κορμί, καμπούριαζε, θόλωνε το βλέμμα, η ακοή αδυνάτιζε, τα πόδια δεν τον
κράταγαν, τα δόντια έπεφταν ένα-ένα. Γερνούσε, σακατευόταν, αρρώστιες έδερναν
αλύπητα το κορμί του, το μυαλό του αγρίευε κι αποχωρούσε. Γερνούσε στην
αιωνιότητα κι ελπίδα θανάτου δεν φαινόταν. Γι’ αυτό ξεκίνησε να πάει να βρει
τους θεούς, στην μακρινή τους κατοικία, να πέσει στα πόδια τους, έτσι γέροντας
κι αδύναμος και να ζητήσει να πάρουν πίσω το θάμα και να του χαρίσουν την
ευλογία της ανάπαψης.
Οκτώβριος
2019
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου